ethical-implications1

Η έννοια της ηθικής έχει οριστεί πολλές φορές και με διαφορετικούς, κάθε φορά, τρόπους. Παρ’ όλα αυτά, για την παρούσα ανάλυση έχει μόνο νόημα να ορίσουμε την Ηθική ως το σύνολο των  ανθρώπινων προτιμήσεων που αφορούν τη συμπεριφορά των ατόμων. Οποιαδήποτε προσθήκη σε αυτόν τον ορισμό θα στένευε τα περιθώρια της ανάλυσης και θα εισήγαγε λαθραία, αυθαίρετους περιορισμούς με αυτόνομο ηθικό φορτίο. Σε αυτά τα πλαίσια μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την αυστριακή ανάλυση των αξιών ώστε να κατανοήσουμε βαθύτερα τη φύση των ηθικών προτάσεων. Εξάλλου, αυτού του είδους η κατανόηση είναι ο σκοπός της μεταηθικής.

Στην ηθική κατηγορία των προτιμήσεων, οι προτάσεις τείνουν να αξιολογούνται με τους όρους «καλό» και «κακό». Παρ’ όλα αυτά, δεν πρέπει η χρήση τέτοιων όρων να ερμηνευθεί ως κάτι που διαφοροποιεί την ουσία των ηθικών αξιών από όλες τις υπόλοιπες. Για παράδειγμα, η πρόταση «ο φόνος βρεφών είναι κάτι κακό» είναι της ίδιας φύσης με την πρόταση «το παγωτό σοκολάτα είναι καλό». Αποτελούν απλές αξιολογικές κρίσεις και μπορούν να επαναδιατυπωθούν ως εξής: «προτιμώ να μη σκοτώνονται βρέφη» και «προτιμώ να φάω παγωτό σοκολάτα» αντίστοιχα.

Εφόσον λοιπόν η φύση των ηθικών αξιών δε διαφέρει από τις υπόλοιπες αξίες, πρέπει να γίνει σαφές ότι μπορούμε να ανακαλύψουμε τις ηθικές προτιμήσεις ενός ανθρώπου αποκλειστικά και μόνο από τις πράξεις του. Οι Αυστριακοί οικονομολόγοι αποκαλούν αυτή την προσέγγιση «demonstrated preference». Ένα παράδειγμα θα βοηθήσει στην περαιτέρω κατανόηση της ιδέας: Κάποιος  ισχυρίζεται με επιμονή ότι σύμφωνα με την ηθική του, η ληστεία είναι γενικά κάτι κακό (δηλαδή λέει ότι προτιμάει να μη γίνονται ληστείες από κανέναν). Αλλά αυτό από μόνο του δεν αρκεί ώστε να μας πείσει για τις προτιμήσεις του. Αν ανακαλύπταμε ότι ο ίδιος άνθρωπος διαπράττει ληστείες τότε θα βγάζαμε το συμπέρασμα ότι δεν πιστεύει στα λόγια του. Ίσως θα ήταν πιο ειλικρινές να επαναδιατυπώσει την ηθική του προτίμηση ως εξής: «Η ληστεία είναι κάτι καλό, τουλάχιστον όταν τη διαπράττω εγώ». Η ληστεία που διέπραξε δείχνει ex ante την προτίμησή του γι’ αυτή. Διαφορετικά δε θα την έκανε.

Το σημαντικότερο όμως συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τη θέαση της ηθικής μέσω της αξιολογικής σκοπιάς, είναι η υποκειμενικότητά της. Κάθε άνθρωπος έχει διαφορετικές αξίες και αυτό το γεγονός δεν αλλάζει ούτε στο πεδίο της ηθικής. Οι περισσότεροι άνθρωποι μπορεί να συμφωνούν, παραδείγματος χάριν, ότι ο βιασμός είναι κάτι κακό αλλά σίγουρα όχι όλοι. Κι αυτό αποδεικνύεται περίτρανα από την ύπαρξη βιαστών.  Κάπου εδώ ο οπαδός της αντικειμενικής ηθικής είναι πιθανό να ισχυριστεί ότι, στην πραγματικότητα, ούτε οι βιαστές θα ήθελαν να ζουν σε μια κοινωνία όπου ο βιασμός είναι γενικά επιτρεπτός· κατά συνέπεια, λένε, μπορεί να οριστεί μια αντικειμενική ηθική που θεωρεί τον βιασμό μια λανθασμένη προτίμηση. Όμως ο ισχυρισμός δεν ευσταθεί. Ο βιαστής μπορεί να προτιμά να απαγορεύεται ο βιασμός για τους άλλους αλλά οι πράξεις του αποδεικνύουν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι δε θα ήθελε να απαγορεύεται για τον ίδιο. Ούτε φυσικά μπορεί να ευσταθούν οι ενστάσεις που θέλουν την ηθική να είναι αναγκαστικά καθολική καθώς αναπόφευκτα προσκρούουν στο ερώτημα: «Σύμφωνα με ποιον (πρέπει η ηθική να είναι καθολική);» Σίγουρα όχι σύμφωνα με τον παραπάνω βιαστή. Η εφαρμογή κοινών κανόνων συμπεριφοράς σε όλους τους ανθρώπους δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ακόμη υποκειμενική προτίμηση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει δε, το γεγονός ότι η υποκειμενικότητα της ηθικής είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ύπαρξης Νόμου σε μια κοινωνία. Ο Νόμος δεν είναι τίποτε άλλο από τη βίαιη επιβολή της ηθικής ενός ή περισσοτέρων ανθρώπων. Και η βία είναι ο μοναδικός τρόπος που μπορούν να αναμετρηθούν αμοιβαίως αποκλειόμενες προτιμήσεις ώστε να πραγματοποιηθούν κάποιες από αυτές. Η προτίμηση που κυριαρχεί γίνεται ο Νόμος. Στην περίπτωση που δεν υπήρχαν αμοιβαίως αποκλειόμενες ηθικές αξίες, ο Νόμος θα ήταν αχρείαστος αφού οι προτιμήσεις όλων των ανθρώπων θα ήταν συμβατές και δε θα υπήρχε ανάγκη άσκησης ή απειλής άσκησης βίας. Ο ηθικός αντικειμενισμός ουσιαστικά προβλέπει μια κοινωνία χωρίς βία, εφόσον η αντικειμενική ηθική δεν αφήνει περιθώρια ύπαρξης μη συμβατών προτιμήσεων. Ίσως σε κάποιο παράλληλο σύμπαν η ηθική να είναι αντικειμενική αλλά σίγουρα όχι σε αυτό.

Παρατηρώντας τη διαφοροποίηση των ηθικών επιλογών που κάνουν οι άνθρωποι, οι αντικειμενιστές σχολιάζουν ότι οι απτές επιλογές των ανθρώπων σήμερα, δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική ηθική τους. Η πραγματική ηθική τους, λένε, συμβαδίζει με την κοινή, αντικειμενική ηθική. Και αυτό συμβαίνει διότι η πληροφόρησή τους δεν επαρκεί ώστε να συνειδητοποιήσουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Ουσιαστικά υποστηρίζουν ότι οι ηθικές αξίες των ανθρώπων δεν αποδεικνύονται από τις επιδεικνυόμενες προτιμήσεις τους αλλά μπορούν να υποτεθούν από τον εκάστοτε αντικειμενιστή πολιτικό φιλόσοφο (οι οποίοι περιέργως διαφωνούν και μεταξύ τους για το ποιες «αντικειμενικές» προτιμήσεις ισχύουν).  Το γεγονός όμως ότι κάποιος μπορεί να αλλάξει προτιμήσεις αν αποκτήσει στο μέλλον ευρύτερη πληροφόρηση γύρω από τις επιλογές του, δεν αλλάζει τις τρέχουσες προτιμήσεις του. Εξάλλου η τέλεια πληροφόρηση σε ό,τι αφορά την ανθρώπινη δράση παραμένει ένα ουτοπικό αποκύημα της φαντασίας κακών οικονομολόγων. Τέλος, δεν προκύπτει από πουθενά ότι αν όλα τα άτομα μιας κοινωνίας είχαν την ίδια πληροφόρηση θα έκαναν όμοιες ηθικές επιλογές.

Κάπου εδώ, και λόγω της μεγάλης σύγχυσης που προκαλεί το θέμα, είναι απαραίτητο να τονιστεί η τομή που διακρίνει την ηθική από τη μεταηθική. Είναι συχνό φαινόμενο η παρερμηνεία της έννοιας του ηθικού υποκειμενισμού και η κατανόησή του ως σύστημα ηθικής. Όμως ο ηθικός υποκειμενισμός  είναι μια ξεκάθαρα μεταηθική, και όχι ηθική, θέση. Αναφέρεται στη φύση της ηθικής χωρίς να προβαίνει σε ηθικές εκτιμήσεις ο ίδιος. Οι ηθικοί υποκειμενιστές δεν είναι άνθρωποι χωρίς ηθική, ούτε πιστεύουν ότι τίποτα δεν ηθικά σωστό ή λάθος. Έχουν τις δικές τους ηθικές προτιμήσεις, αποδεχόμενοι απλώς το γεγονός της υποκειμενικότητας αυτών των προτιμήσεων. Μάλιστα, ο ηθικός υποκειμενισμός είναι συμβατός ακόμη και με απόλυτα ηθικά συστήματα και αρχές όπως είναι η αναρχοκαπιταλιστική non-aggression principle (NAP).